Έχετε επιχείρηση στη Δυτική Αττική ;

Είστε Πολιτιστικός Σύλλογος, Αθλ. Σωματείο κλπ στη Δυτική Αττική ;

Καταχώρηση και προβολή δωρεάν στο opalmos.gr

Τηρείται σειρά προτεραιότητας

2 χρόνια δίχως τον Νίκο Κούνδουρο [Η ζωή του σε μία συνέντευξη]

Κατηγορία: ΕΓΡΑΨΑΝ Δημοσιεύτηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2019


Σκηνοθέτης και σεναριογράφος, από τους κορυφαίους έλληνες κινηματογραφιστές.

Ο Νίκος Κούνδουρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926

Πέθανε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2017, σε ηλικία 90 ετών.

Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, ξετυλίγει σαν ταινία την ιστορία της 86χρονης ζωής του, μέσα από μνήμες και πρόσωπα που τον σημάδεψαν. Θυμάται ταινίες, ονόματα, παρακαταθήκες, κινηματογραφικές στιγμές, τη σχέση του με την Κύπρο… 

Από τον Ηλία Ακριβάκη
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Φρόνιμος (αρχείο Down Town)
Περιοδικό Downtown


Ο Νίκος Κούνδουρος ζει σε ένα διώροφο νεοκλασικό στο Μετς, σχεδιασμένο, επιπλωμένο και διακοσμημένο από τον ίδιο. Είναι ένα μικρό, θαυμαστό μουσείο από Κρητικά έπιπλα και δικές του ελαιογραφίες, καθώς και άλλα αντικείμενα που έχει κουβαλήσει από τα ταξίδια του σ’ όλο τον κόσμο. 
Τον επισκέφθηκα μια μέρα που είχαν ανοίξει οι ουρανοί, μελαγχολική και σκοτεινή. Όμως εκείνος, καθισμένος στην καφέ δερμάτινη πολυθρόνα του, λάμπει από ηρεμία και γαλήνη, παρόλο που πρόσφατα δέχτηκε άγρια επίθεση από διαρρήκτες. Η Μαρία, η συνεργάτις-βοηθός του, «το πλήρες όλον» όπως θα έλεγε ο Κώστας Ζουράρις, έχει φέρει ρακή και κρητικά κουλουράκια για το καλωσόρισμα. Του ζητώ να καθίσει ξανά πίσω από την κάμερα, νοερά αυτή τη φορά, για να «σκηνοθετήσει» τη ίδια του τη ζωή. Μικρή παύση. «Η μνήμη είναι το πιο οδυνηρό χάρισμα που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο, όπως λέει ένας Κινέζος. Θυμάμαι… θυμάμαι… θυμάμαι…».

«ΕΖΗΣΑ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΜΕΣΑ ΣΕ ΠΡΟΝΟΜΙΟ»

«Όλοι νομίζουν πως γεννήθηκα στην Κρήτη. Η αλήθεια είναι πως γεννήθηκα στην Αθήνα, σε κάποια από τις κλινικές της εποχής, αλλά ο πατέρας και η μάνα μου, από ατελείωτες γενιές Κρητικοί, δεν ανέχονταν να πολιτογραφηθώ Αθηναίος. Με πήραν τυλιγμένο σε μία πάνα, με πήγαν στην Κρήτη και είμαι γραμμένος στα δημοτολόγια του Δήμου Αγίου Νικολάου με αύξοντα αριθμό 6 του έτους 1926. Έτσι σφραγίστηκε η παρουσία μου σ’ αυτόν τον κόσμο με ένα πλαστογραφημένο πιστοποιητικό Κρητικού. Κατά κάποιο τρόπο έζησα ένα μέρος της ζωής μου μέσα σε προνόμιο. Υπήρξα γόνος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας και μεγάλωσα ως χαϊδεμένο παιδί, ακόμα και στην Κατοχή. Όταν η Ελλάδα θρηνούσε χιλιάδες νεκρούς από πείνα, εμείς ως εύπορη Κρητική οικογένεια τα είχαμε όλα. Τελευταία χρονιά του πολέμου άλλαξε η ζωή μου, όταν εντάχθηκα σε μια αριστερή οργάνωση και με τη συμμετοχή μου στον ένοπλο αγώνα που ονομάστηκε Αντίσταση. Τραυματίστηκα με τρεις σφαίρες στο πόδι. Γλίτωσα από την εκτέλεση γιατί με πέρασαν για Άγγλο, έτσι όπως ήμουν ξανθός με γαλανά μάτια». 
Έξω η βροχή έχει δυναμώσει, αλλά δεν τον εμποδίζει να συνεχίσει το ταξίδι στο χρόνο.
«Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος. Του αρέσανε οι παλιές εικόνες. Δεν ξέρω, ούτε θυμάμαι γιατί, αλλά οι παλιές εικόνες έμοιαζε να τον μαγεύουν, μισοσκεπασμένες από λιβάνια και λιωμένα κεριά. Όταν έφυγε για το τελευταίο ταξίδι του, τον σκληρό χειμώνα του ‘42, η μάνα μου, μια όμορφη Κρητικοπούλα, ηρωική κι αυτή με τον δικό της τρόπο, φάνηκε για μια στιγμή να λύγισε. Ο βαθύς και ανυπότακτος έρωτας για τον άντρα της δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα ενός τέλους αφύσικου και απάνθρωπου για την καρδιά και το μυαλό μιας νέας γυναίκας, μεγαλωμένης μέσα στους καημούς και τη μεγαλοσύνη του κρητικού κόσμου της». Μιλάει για τον πατέρα του αργά, με συγκίνηση στη φωνή. «Ανυποχώρητος δημοκράτης, καταδικασμένος σε θάνατο, κυνηγημένος μια ζωή, την άφησε κάποια στιγμή μονάχη, νικημένος από την περήφανη καρδιά του και την πίκρα για μια πατρίδα ταπεινωμένη από τα θωρακισμένα άρματα και τις αιμοβόρες κραυγές του πολέμου». Τα αδέλφια του βιάστηκαν να φύγουν από τη ζωή. «Ήταν όμορφοι, κληρονόμοι της πιο ωραίας Κρητικής φυλής. Σφακιανοί, πάππου προς πάππον, είχαν κληρονομήσει τον αέρα και την αγέρωχη ομορφιά των παππούδων μας. Τον Ρούσσο τον σκότωσε η μοναξιά του και η περηφάνια του, τον Γιώργο το τσιγάρο και η βότκα και το ασικλίκι του το ανυπόταχτο. Με τον Γιώργο και τον Ρούσσο δεν τα ‘χαμε βρει ποτέ. Το ίδιο πεισματάρικο αίμα έτρεχε στις φλέβες μας, οι ίδιοι παππούδες μάς είχαν κεντρίσει με την άψα τους που δεν μας άφηνε να κατακάτσουμε φρόνιμα μέσα στη μερίδα από ζωή που μας αναλογούσε».

1. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου το 1963 βραβεύτηκε με το πρώτο Βραβείο Σκηνοθεσίας για τις Μικρές Αφροδίτες. Με την Ίλυα Λυβικού, η οποία παραλαμβάνει το βραβείο της για τον Ντελικανή.
2. Φεστιβάλ Κινηματογράφου ’74: Συμμετείχε με τα Τραγούδια της Φωτιάς. Από αριστερά, Γιώργος Φούντας, Νίκος Κούνδουρος, Τάσος Ζωγράφος και Νίκη Τριανταφυλλίδη.
3. Απονομή βραβείου στο Φεστιβάλ Βοστόνης το 1963. 4. Με την Ελένη Προκοπίου, στο Φεστιβάλ το 1963.


Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

«Είχα την τύχη -και δεν το λέω κατά λάθος- να ζήσω τέσσερα χρόνια στο Μακρονήσι. Εκεί έμαθα ένα σωρό πράγματα και θέατρο. Εκεί μου πρωτοδημιουργήθηκε η ιδέα του κινηματογράφου. Έτσι, όταν το 1952 τελειώνει και αυτή η περιπέτεια και μπαίνουμε σε μια περίοδο ύφεσης, παίρνω το δίπλωμά μου από τη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά, αντί για αρχιτέκτονας, βγαίνω με ένα δίπλωμα ζωγράφου! Τότε, εντελώς ξαφνικά, αποφάσισα να ανταλλάξω τα σιωπηλά εργαλεία του ζωγράφου με τις εικόνες και τα μεγάφωνα του κινηματογράφου. Έτσι, λοιπόν, αυθαίρετα με ένα αστείρευτο πείσμα και με τη βοήθεια μερικών φίλων, του Μάνου Χατζιδάκι, της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, του Αλέξη Διαμαντόπουλου, στήνεται η πρώτη ταινία: “Η μαγική πόλις”. Το πρώτο γύρισμα που είδα στη ζωή μου ήταν η ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “Ο κόκκινος βράχος”. Για πλατό είχαν την υπαίθρια σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ. Εκεί, είχε στηθεί ένα στοιχειώδες ντεκοράκι, αστείο λίγο, εντελώς θεατρικό, με μερικά πανό που περιστοίχιζαν τις κουΐντες και με μια βαριά, δυσκίνητη μηχανή Debrie, που έδινε την πρώτη κίνηση στο μοτέρ με μανιβέλα. Μέσα σε φοβερό κρύο, καθώς τα γυρίσματα άρχιζαν τα μεσάνυχτα, αφού σχολούσε το θέατρο, ερχόταν το συνεργείο και σ’ αυτά τα τέσσερα αστεία χαρτονένια πανό, με μια τρεμάμενη πόρτα που έμπαιναν και έβγαιναν οι ηθοποιοί, γυριζόταν το κινηματογραφικό έργο».

Ο ΦΙΝΟΣ, Η ΑΛΙΚΗ, Η ΚΑΡΕΖΗ, Ο ΒΕΓΓΟΣ, Ο ΦΩΣΚΟΛΟΣ...

«Με τον Φίνο είχα μια περίεργη αγάπη, μου είχε μια αφύσικη συμπάθεια. Διέθεσε τα εργαστήριά του, τα υλικά του, το χρήμα. Οι δικές μου ταινίες είναι έργο του Φίνου. Θυμάμαι, τον ρώταγα “γιατί Φίνο με αγαπάς;”. Έτσι, με αγαπούσε! Αν και δεν είχα καμία σχέση με το εμπορικό κύκλωμα, οφείλω να πω πως ο εμπορικός κινηματογράφος ήταν πίσω από τη σημαντική πρόοδο της τεχνολογίας. Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη προς τους σκηνοθέτες του, διότι συντήρησαν το στούντιο και το κοινό, τα είχαν προετοιμάσει εκείνοι. Εγώ έπαιξα στην ουρά των πραγμάτων, το βρήκα έτοιμο το τεχνικό στάτους. Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι ταυτόσημος με αυτούς. Βέβαια, ήταν επιπολαιότητα αυτό που γράφτηκε ότι ο Φώσκολος ήταν ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης. Από πού κι ως πού; Όμως, ήταν εξαιρετικοί κι αυτός και ο Δαλιανίδης. Δεν έχω να τους προσάψω τίποτα. Εκείνοι ίσως θα είχαν να μου προσάψουν. Δεν υπήρχαν κοινά σημεία με αυτούς τους σκηνοθέτες - το μόνο που μας ένωνε ήταν τα εργαστήρια του Φίνου. Δεν έκαναν κακό όμως, λαϊκός κινηματογράφος ήταν. Αυτός ο λαϊκός κινηματογράφος μού προκαλούσε μια περίεργη μελαγχολία. Παρόλα αυτά, τον Βέγγο εγώ τον έφτιαξα. Εγώ τον έφερα από τη Μακρόνησο, στον “Δράκο”, κι έπειτα τον εγκατέλειψα στη μοίρα του, η οποία ήταν γνωστή. Δεν υπήρξε περίπτωση να συνεργαστώ με Αλίκη ή Καρέζη. Είναι άλλο είδος, άλλος κόσμος, τον οποίο όμως σέβομαι. Ήξερα τη Λαμπέτη, τον Χορν, τους αγαπούσα και μ’ αγαπούσαν. Είναι περίεργο που μου φέρθηκαν με συμπάθεια, επειδή ήμουν ένα σκάνδαλο μέσα στην περιπέτεια του κινηματογράφου - ήμουν “άλλος”. Είχα τα δικά μου κριτήρια, αλλά αυτό δεν με εμπόδιζε να διαπιστώσω π.χ. ότι η Βουγιουκλάκη ήταν μια εθνική ηρωίδα».

«ΔΕΝ ΕΠΑΙΖΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ»

«Είχα μια ισχυρή σχέση με την κατά περίπτωση ερωτική περιπέτειά μου. Ο έρωτας με το πρώτο μου κορίτσι κράτησε δέκα χρόνια. Πού συμβαίνουν αυτά; Από κει και πέρα, η εναλλαγή κοριτσιών ήταν πολύ σοβαρή. Δεν έπαιζα με τον έρωτα, δεν μου άρεσε αυτό. Ήμουν ένα κουκλί. Αλλά το παρουσιαστικό αυτό γοήτευε και τα… αγόρια. Όλοι οι ομοφυλόφιλοι της εποχής, ο Κουν, ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, κοίταγαν με λαχτάρα εκείνο το νόστιμο αγόρι που μιλούσε ωραία, που ήξερε να ακούει με τις ώρες. Ήμουν το αντικείμενο του πόθου των ομοφυλόφιλων, κυρίως. Το διεκπεραίωσα με σοβαρότητα, δεν είχα καμία τάση προς τα εκεί και έτσι παρέμεινα αυτό που είμαι και τώρα: ένα αγοράκι που μεγάλωσε και έγινε γέρος, πιστός στις μνήμες του». 

«Ο ΜΑΝΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ»

«Ο Χατζιδάκις ήταν ήδη ένα επώνυμο άτομο στην πιάτσα, όταν εγώ ήμουν ένα άγουρο παιδί με φιλοδοξίες και φιλαρέσκεια. Με βοήθησε πολύ. Με έφερε σε επαφή με τον Φίνο, έγραψε τη μουσική στις πρώτες μου ταινίες, δίνοντας μια εμπορική ώθηση σε αυτές. Ήταν, ας πούμε, ο άνθρωπος της ζωής μου. Θυμάμαι τη ζωή μου με τον Χατζιδάκι και γεμίζει μουσικές το μυαλό μου. Αχόρταγος ο ίδιος, ακτινοβολούσε εκείνη τη λαιμαργία για ζωή που ήταν κολλητική και για τους άλλους, τους πιο “συμμαζεμένους”. Άνοιγε το δρόμο σε χώρους απάτητους, κι όπως όλα ήταν καινούρια τότε, εμείς χαζεύαμε μαζί του. Νομίζω πως τον Μάνο τον ήξερα από πάντα. Δεν μετράω χρόνια, μετράω την ψυχή του και την ψυχή μου, μετράω την καρδιά του και την καρδιά μου και τις ατέλειωτες ώρες από κουβέντες που ζήσαμε μαζί. Τώρα που εκείνος δεν έχει πια κορμί, σκέφτομαι πως δεν χάθηκαν στους ατελείωτους λαβύρινθους του μυαλού μου οι μουσικές του, δεν ξεθώριασαν τα καλογραμμένα με γυναικείο χαρακτήρα γράμματά του, δεν ξεχάστηκαν τα ατέλειωτα λόγια στα πέτρινα σκαλοπάτια της καλοκαιριάτικης Αθήνας».

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥ

«Η τέχνη με είχε ρουφήξει κυριολεκτικά, με είχε γοητεύσει. Αυτή ήταν η προσωπική μου ζωή. Μου άρεσε πολύ η δουλειά μου. Αφοσιώθηκα σ’ αυτή με πάθος. Έκανα τη μια ταινία μετά την άλλη, έκανα ταινίες που ψιλοαγγίζανε τον κόσμο, τον χάιδευαν, αλλά δεν ήταν λαϊκές. Έκανα πάντα ταινίες με βάση μια ιδεολογία που άγγιζε τις αρχές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας. Όταν έκανα τη “Μαγική πόλη”, μια ταινία που έγινε απλώς δεκτή, μετά έκανα τον “Δράκο”, μια ταινία εξπρεσιονιστική και με έβρισαν: “ο Κούνδουρος είναι διεστραμμένο και διεφθαρμένο πρόσωπο, να τον προσέχουμε”. Οι κριτικοί του κινηματογράφου, τους οποίους περιφρονώ βαθύτατα, με χτύπησαν άσχημα. Αν επέζησα, είναι από ξένα φεστιβάλ και κριτικές… Αυτό που μου δίνει δύναμη είναι το μυαλό μου, που είχε μια κοινωνικότητα». 

Η ΚΥΠΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ

Θυμάμαι ότι έχει γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την Κύπρο («1974-1996, Ελληνιστί Κύπρος») και του το αναφέρω. Δεν το έχει δει από τότε. Ζητά να το δούμε μαζί. Πάμε σχεδόν σαράντα χρόνια πίσω: Αύγουστος 1974. «Μπήκα σε ένα πολεμικό αεροπλάνο με τον οπερατέρ μου και μας πήγε στην Κύπρο. Οι Τούρκοι είχαν ξεκινήσει την επίθεσή τους και βρεθήκαμε φάτσα με φάτσα μ’ αυτούς. Με τα τούρκικα άρματα. Παγώσαμε. Η ταινία μου δεν είναι πολεμική, είναι το αντίθετο: οι συνέπειες του πολέμου. Είναι μια οδυνηρή καταγραφή. Μου έχει μείνει η βία που ασκήθηκε από τους Τούρκους στον κυπριακό λαό».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

«Ούτε αδίκησα, ούτε αδικήθηκα. Είμαι ευχαριστημένος. Αγάπησα και αγαπήθηκα… Είμαι ένας άνθρωπος με ιδιόρρυθμο πείσμα. Αν περάσει κάτι στο νου μου θα το διεκπεραιώσω. Ασχολήθηκα με πολλά πράγματα: με αρχιτεκτονική, με ζωγραφική, με θέατρο. Δεν άφηνα τίποτα στη μέση, δεν ήμουν επιπόλαιος. Ήθελα να είμαι συνεπής. Είχα έναν σεβασμό στη φαμίλια μου. Γεννήθηκα Κρητικός και ήθελα να συντηρήσω τον μύθο του έντιμου Κρητικού. Από την οικογένεια ξεκινάνε όλα… Ο πατέρας μου ήταν ένα υπέροχος άνθρωπος, δεν θα μπορούσα ποτέ να προσβάλω την τάξη της φαμίλιας μας που εκείνος όρισε. Είχα μεγάλη υποχρέωση και δεν ήθελα να την προδώσω. Όταν έδωσα μια γροθιά σε αξιωματικό επειδή με είπε “Βούλγαρο”, η γροθιά αυτή θα μου στοίχιζε περισσότερο αν δεν είχα την προστασία της οικογένειας. Είχα την αίσθηση πως ό,τι κι αν έκανα ήμουν προστατευμένος. Αυτό μου έδινε μια αυτοπεποίθηση. Σε όλη μου τη ζωή έκανα χρήση αυτής της προστασίας - ίσως όχι επίτηδες…».


archive.philenews.com

12/12/2013

Ακολουθήστε μας